Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Με αφορμή έναν θάνατο.....


Πριν από λίγες μέρες εγκατέλειψε αυτό τον κόσμο ο Γιάννης Δαλιανίδης. Καθόμουν αναπαυτικά στον καναπέ μου και μασούλαγα πατατάκια, όταν κάποιο κανάλι έκανε σύνδεση με το κοιμητήριο όπου θα γινόταν η ταφή. Ο δημοσιογράφος άρχισε να μιλά και να απαριθμεί τους κοσμικούς που θα παρίστατο στο τελευταίο ταξίδι του σκηνοθέτη, όταν ξαφνικά η λεπτομέρεια τρύπωσε για λίγα δευτερόλεπτα στην οθόνη. ΄΄Η ταφή θα γίνει, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία΄΄. Όπερ σημαίνει άθεος ο μάγκας. Γιατί μάγκας; Επειδή είναι μαγκιά να βγάζεις τη γλώσσα στο φόβο. Εκείνη την τελευταία σου στιγμή σχεδόν πάντα δειλιάζεις, ζητάς να πιαστείς από κάπου, να δημιουργήσεις μιαν ελπίδα. Γιατί φοβάσαι.Το άγνωστο, το τίποτα, το απόλυτο, τη λήθη. Όπως θες πες το. Φοβάσαι…..
Οι αναμνήσεις μου με γύρισαν χρόνια πίσω. Σε ένα πέτρινο σπιτάκι στην κορυφή ενός λόφου στο χωριό της μητέρας μου. Πιτσιρίκι τότε κάθε φορά που βρισκόμουν εκεί έπαιζα με εκείνα τα χρωματιστά βελάκια που στόχευαν σε έναν επιτοίχιο κύκλο. Η αδερφή του παππού μου φρόντιζε να τα έχει πάντα έτοιμα για μένα. Κι όταν τελείωνα το παιχνίδι μου καθόμουν μαζί της, δίπλα στο κρεβάτι και της έκανα παρέα. 
Η ερώτηση που θυμάμαι να μου κάνει συνεχώς όσα χρόνια ΄΄την έζησα΄΄ ήταν μια συγκεκριμένη, ευθύς και χωρίς παραλλαγές.
΄΄Όταν πεθάνω θα έρθεις στην κηδεία μου;΄΄
΄΄Τι λες ρε γιαγιά;΄΄ νευρίαζα.  ΄΄Άρχισες πάλι;΄΄
 ΄΄Πες μου΄΄ επέμενε.
΄΄Θα έρθω΄΄.

…και πήγα. Λίγα χρόνια αργότερα. Παρέμενα πατσιρίκι.
Μπήκα στο γνώριμο σπίτι και μέσα στη γενική αναταραχή κρυφάκουσα μια συζήτηση μεγάλων. ΄΄…..δεν δέχτηκε κανέναν πούστη με ράσα να τη μεταλάβει΄΄.
Τη θυμάμαι να βγαίνει από το σπίτι σαν την ωραία κοιμωμένη, αγέρωχη όπως πάντα. Μπροστά στο φόβο του θανάτου στάθηκε ακριβώς όπως και στη ζωή. Ίδια. Κάτι που συναντώ σπάνια.
Στην εκκλησία δεν πήγα. Εξάλλου εκεί θα είχε ΄΄πούστη με ράσα΄΄, όπως είπα στη μάνα μου και κόντεψε να πάθει έμφραγμα. Την αποχαιρέτησα στην αυλή της. Δίπλα στα λουλούδια που τόσο αγαπούσε, χωρίς ένα δάκρυ να κυλήσει στα μάγουλά μου. Γιατί η συνέπεια των λεγομένων σου στη ζωή και στο θάνατο δε χαιρετιέται με κοινές αντιδράσεις.

………και μιαν ασθένεια
Είσαι παιδί περιστοιχισμένο από μια μεγάλη αγαπημένη οικογένεια. Αδέρφια, ξαδέρφια, φίλους συμμαθητές. Παίζεις σε πλατείες, αλάνες, πεζοδρόμια, σπίτια με άρωμα μαμάς και μαγειρεμένου φαγητού. Τα χρόνια περνούν και δε σε αγγίζουν. Έχεις γεμάτα τα ρουθούνια σου από κανέλα τα Χριστούγεννα και μαστίχα το Πάσχα…και τους τοίχους στα κουτάκια του μυαλού σου ντυμένους με όμορφες ταπετσαρένιες αναμνήσεις, δεμένους με πολύχρωμες κορδέλες σαν σε συσκευασία δώρου. Ζεις το παραμύθι σου. Χωρίς κακιές μάγισσες. Με Χιονάτες, Σταχτοπούτες, Αλίκες, Κοκκινοσκουφίτσες.
Ζεις το παραμύθι σου από το τέλος και καθώς μεγαλώνεις διαπιστώνεις ότι είναι το μόνο που έχει rewind. Την πάτησες.
Οι αλάνες λιγοστεύουν, οι φίλοι συμπυκνώνονται από το χρόνο, μοιάζοντας κονσέρβα πολτού χτυπημένη σε κάποιο ράφι σούπερ μάρκετ, οι συγγενείς γίνονται εικόνα σε ξεθωριασμένη φωτογραφία…..
Και η ζωή… σβήνει με την πατημασιά της, τα πρόσωπα.…
Ο φόβος κάνει συμμαχία μαζί της κι εσύ μοιάζεις με το Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να καταθέτεις ψυχή για να αποτρέψεις το αναπόφευκτο.
Η ζωή, όμως, όταν υιοθετήσει το φόβο κουβαλάει μαζί της κι έναν Εφιάλτη.
Μα πώς πίστεψες ότι θα ζεις για πάντα;
Γελάστηκες. Αφέθηκες στην πλάνη.
Το ταξίδι σε λίγο τελειώνει.
Θες να το γνωρίζεις καπετάνιε;

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Απώλεια....

 
 
Κάποτε η Μαλβίνα σε ένα άρθρο της, απευθυνόμενη στην κολλητή της – χαμένη από καιρό - είχε γράψει το εξής εκπληκτικό: ΄΄Αγαπημένη μου φίλη Ειρήνη. Σου λείπω αβάσταχτα ή πάρα πολύ;΄΄
Είναι κάποιες φορές που η απώλεια κάνει δηλώσεις.
Είναι κάποιες στιγμές που αντέχουν τις παύσεις….και αυτή ήταν μια τέτοια δυνατή στιγμή.
Υπάρχουν ερωτήσεις ανεξάρτητες, ακομπλεξάριστες, θρασείς. Ερωτήσεις- δηλώσεις. Και άλλες που ικετεύουν την απάντησή σου, όχι απαραιτήτως από αγάπη, αλλά από ανάγκη. Αυτές ζουν σαν άγρια θηρία, προσκολλώντας πάνω σου σα βδέλλες, απαιτώντας να ρουφήξουν και την τελευταία ικμάδα των θέλω σου.  Ερωτήσεις που οι αδαείς εκλαμβάνουν ως ενδιαφέρον.
Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που το κύριο μέλημά τους ήταν να τους αγαπάνε οι άλλοι, να λείπουν στους άλλους, να είναι απαραίτητοι. Πόσους από αυτούς ξέρετε που αφού το πετύχαιναν, έμεναν;
Θέλω να γράψω για την απώλεια, τη μοναδική αληθινή δήλωση. Για εκείνη την ξυραφιά που γίνεται άθελά σου και είναι τόσο αδέξια προσεγμένη, τόσο καχύποπτα πεινασμένη που δεν αφήνει περιθώρια για ΄΄αφελείς΄΄ ερωτήσεις.
Νομίζω ότι είμαι ανάμεσα στην πληγή και στο ξυράφι. Αιχμάλωτη εκεί, ανίκανη να αντιμετωπίσω την ομορφιά και των δύο. Ανήμπορη να πιστέψω πως μπορώ να προκαλέσω και τα δυο.
Λοιπόν….πώς μπορεί να κλείσει ένα κενό; Με λόγια, έργα, αφορισμούς, κατάρες;
Ή μήπως με ηχηρές σιωπές; Με μεγάλες παύσεις; Με τίποτα. Η απώλεια δεν επουλώνεται με τίποτα. Είναι από αυτές τις τόσο αυτόνομες κυρίες που δεν μπορεί να τις ‘’καπελώσει’’ κανείς.
 Κάποιοι θα πουν ότι κάνω λάθος. Ότι το κενό που αφήνει η απώλεια σβήνει με την παρουσία. Σβήνω σημαίνει δεν αφήνω σημάδια πουθενά. Μα η απουσία πάντα χαράσσει, έτσι ώστε να στρογγυλοκάθεται στο κουτί των αναμνήσεών σου -μόνο λιγοστά αχνή-και να πετάγεται, χωρίς να σηκώνει το χέρι, σαν αναιδής μαθήτρια κάθε φορά που η ζωή μας κάνει δύσκολες ερωτήσεις.
΄΄Είσαι ευτυχισμένος;΄΄ 
…….και ουπς! Να τη η απώλεια.
΄΄Σου λείπω αβάσταχτα ή πάρα πολύ;΄΄ Να τη και η δήλωση. ΄΄Γιατί εμένα μου λείπεις…..΄΄

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Ψευδαίσθηση ελευθερίας


Ανέκαθεν μου άρεσαν τα παράθυρα. Τα παράθυρα παντού. Στο σπίτι, στο τρένο, στο αεροπλάνο. Αγάπη για εκείνα, μίσος για οτιδήποτε άλλο τα έκλεινε. Γι'αυτό ποτέ μου δε συμβιβάστηκα με κουρτίνες, με πατζούρια, με τέντες, ακόμα και με ανθρώπους που έβαζαν μπροστά τον άχαρο εαυτό τους, τις ανασφάλειές τους και περιόριζαν τη θέα μου. Εμένα μου αρέσει ο ουρανός! Γουστάρω και το σκοτάδι του και τη μαυρίλα του, αρκεί να τη βλέπω. Να μη μου κρύβεται. Να μη μου θυμίζει άνθρωπο. Καταλαβαίνεις;
Στο σπίτι μου έχω μια τεράστια τζαμαρία. Απ'άκρη σ'άκρη. Σε όλο το καθιστικό. Να μη νιώθω αιχμάλωτη, φυλακισμένη. Να έχω την ψευδαίσθηση ότι υπάρχω κάπου εκεί έξω. Να κλείνω το μάτι στον ήλιο τα υπέροχα πρωινά της χαράς μου......Να ακουμπά ο ουρανός τη θλίψη του πάνω μου και να παρηγορεί ο ένας τον άλλον εκείνες τις ατέλειωτες μοναχικές Κυριακές. Να τα κοιτάζω και να χάνομαι. Στις σκέψεις μου, στις αναμνήσεις μου, στις ετσιθελικά ατέλειωτες στιγμές μου...
Στις μέρες του άλλου μου σπιτιού, του άσπρου, του γεμάτου φοβισμένο κόσμο, ζήταγα παράθυρο με θέα. Να βλέπω το Λυκαβητό. Εκείνος ο φωτισμένος βράχος με κράταγε έξω από αυτά που γίνονταν. Που εμένα δε με αφορούσαν. Όχι από αναισθησία ή από έλλειψη φόβου. Από ανάγκη.
Τα παράθυρα της ψυχής μου υπάρχουν εκεί, γιατί τα τοποθέτησα εγώ. Με μεγάλη επιμέλεια. Από μικρό παιδί. Εν πλήρη συνειδήσει. Αποτελούν δίοδο φυγής, δήλωση ελευθερίας. Ας είναι εδώ κι ας μη πετάξω ποτέ, λίγη σημασία έχει. Αρκεί να ξέρω πως μπορώ. Αρκεί να εκφοβίζω την ίδια τη ζωή, ότι ανά πάσα στιγμή φεύγω....

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Μικρές εξομολογήσεις


Πότε ''λούφαξα'' στη ζωή μου; Λουφαδόρος της ζωής. Όταν μας εξομολογούνται κάτι αυτό δεν κάνουμε; Κι όταν εμείς εξομολογούμαστε κάτι πάλι αυτό δεν κάνουμε; Μικρές σταγόνες αλήθειας. Αυτό είναι οι εξομολογήσεις. Μερικές φορές πέφτουν κάτω και δε λερώνουν κανέναν. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Κι άλλες,στρογγυλοκάθονται πάνω στο χαρτί που γράφεις και το κάνουν νωπό, στα ρούχα που φοράς και ποτίζουν τόσο που χρειάζεσαι εκείνο το μαγικό υγρό για τους λεκέδες για να τις καθαρίσεις. Είναι και κάποιες που δεν ''βγαίνουν'' ποτέ. Μένει εκεί μια ωχρή εικόνα τους, ένα ξεθώριασμα πάνω στο ρούχο. Η υποψία ότι κάποτε πέρασε ζωή από εδώ. Λεκές η αλήθεια; Ο μεγαλύτερος και ενοχλητικότερος. Ο πιο επίμονος. Λεκές και η ζωή, όμως; Ναι, αλλά από αυτούς που γουστάρεις να τους έχεις. Που καμαρώνεις, γιατί μπορεί να είναι στάμπα από στιγμή που φυλακίστηκε άθελά της και χρωμάτισε την ύπαρξή σου... και να μυρίζει ακόμα το άρωμα των ονείρων σου.
Αγαπημένο μου ημερολόγιο, χθες βράδυ εξομολογήθηκα στη μητέρα μου ότι εγώ έφαγα όλο το γλυκό που είχαμε για τους καλεσμένους και έτρεχε αλαφιασμένη να αγοράσει τελευταία στιγμή άλλο. Μη με ρωτήσετε πού το έβαλα. 105 κιλά και τα μισά από αυτά είναι μόνο το στομαχάκι μου. Ιούλιος 1996. Είπα στην καλύτερή μου φίλη ότι προσπάθησα να της πάρω το γκόμενο. Νοέμβριος 1999. Φίλησα ένα κορίτσι...και μου άρεσε. Στους δικούς μου, όχι τόσο. Δεκέμβριος 2001. Κάπνισα χόρτο. Δεν κατάλαβα και πολλά. Μόνο κάτι χρώματα είδα. Η φίλη μου πέρασε καλύτερα. Σεπτέμβριος 2002. Έκλεψα από ένα σούπερ μάρκετ. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ανάγκη συναισθηματικής κάλυψης το ονόμασε ο ψυχολόγος μου. Οκτώβριος 2002. Πήγα με έναν παντρεμένο. Νοέμβριος 2002. Το έμαθε η γυναίκα του. Δεκέμβριος 2002. Πήγα και με τη γυναίκα του. Φορτωμένος αυτός ο χρόνος! Μάρτιος 2005. Δεν αναγνώρισα την αξία μιας συναδέλφου στην αξιολόγηση, γιατί φοβήθηκα να μη μου πάρει τη θέση στο μέλλον. Οκτώβριος 2006. Εκμεταλλεύτηκα την αγάπη κάποιου πουλώντας του φύκια για μεταξωτές κορδέλες, για να ξεπεράσω τον πρώην. Νοέμβριος 2006-Φεβρουάριος 2007. Είχα παράλληλες σχέσεις και πήρα ντοκτορά στην απάτη. Ιούλιος 2010. Ομολόγησα στον επί τριετία φίλο μου ότι τον έχω απατήσει πολλάκις.
Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Χθες έμαθα ότι η καλύτερή μου φίλη προσπάθησε να χαλάσει τη σχέση μου, ένα απόγευμα μου έκλεψαν την τσάντα στο μετρό, μια χειμωνιάτικη νύχτα έπιασα το άντρα μου στο κρεβάτι με μια άλλη, ένα βροχερό απόγευμα τα μάτια μου πλημμύρισαν από δάκρυα όταν κατάλαβα την απάτη του συντρόφου μου.....και μια βραδιά με αυγουστιάτικο φεγγάρι η λατρεμένη θεία που είχα ως πρότυπο, μου εξομολογήθηκε ότι δεν έκανε ποτέ τα όνειρα της πραγματικότητα και δεν αγάπησε ποτέ τον άντρα που παντρεύτηκε. Ύστερα...αποχώρησε...μη μπορώντας να αντέξει το βάρος της δικής της αλήθειας και έμεινα να κοιτάζω το σημείο εκείνο της θάλασσας που ακουμπούσε το πορτοκαλί φεγγάρι....
Τελικά πόσοι κοιτάζουμε τον άλλον στα μάτια και του λέμε την αλήθεια; και ποιοι από μας έχουν το θάρρος να διαβάσουν ξανά τις σελίδες της ζωής τους;
Κι απ' την άλλη πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς ''ημερολόγια''; Δίχως στάμπες πάνω σε ψυχές; Δικές μας και των άλλων....
Ομολογώ ότι υπήρξα θύτης και θύμα, ''μικρή'' και σπουδαία, ολιγαρκής και αχόρταγη, λατρεμένη και αδιάφορη, οραματίστρια και κυνική, ''γεμάτη'' και ''άδεια'', ωραία και τέρας. Ομολογώ....


Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Παχύ στρώμα άσπρης μπογιάς



Μικρό παιδί ήμουν. Στην πρώτη τάξη. Αγόρασα τα μολύβια μου, την τσάντα μου και πήγα σχολείο. Ξεκίνησα την αλφαβήτα. Όπου έκανα λάθος, έσβηνα με τη γόμα μου. Έξι χρόνια πέρασαν για να μου εμπιστευθούν τα στυλό. Όταν τα άγγιξα για πρώτη φορά ήμουν σίγουρη για τη σωστή ορθογραφία μου. Αλλά κι αν κάπου κάτι δε γινόταν σωστά υπήρχε και το blanco. Ένα άσπρο μαγικό υγρό που εξαφάνιζε τα λάθη μου. Χωρίς κόπο. Ήταν πολλών ειδών. Με πινελάκι,που έπρεπε να προσέχεις την ποσότητα για να μη σου πέσει πολύ πάνω στο χαρτί, με στυλό για μεγαλύτερη ευκολία, με ταινία για την τέλεια κάλυψη. Στο Γυμνάσιο έμαθα λοιπόν να σβήνω καλύτερα τα λάθη μου. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν έτσι ακριβώς. Θα σας εκμυστηρευθώ ένα μυστικό. Δεν τα έσβηνα. Τα κάλυπτα! Γινόταν τόσο απλά, τόσο ανώδυνα! Τόσο εύκολα.....
Τα χρόνια πέρασαν, εγώ μεγάλωσα και μυαλό δεν έβαλα. Συνέχισα να υποτιμώ εκείνα τα μαύρα, ενίοτε και πράσινα και κίτρινα ψηλόλιγνα ανθρωπάκια που ήθελαν φροντίδα για να συνδράμουν στη γραφή μου κι εγώ δεν είχα χρόνο για γόμες και ξυσίματα. Στις μουτζούρες μου στο χαρτί, αλλά και στη ζωή συνέχιζε να κρατά την πρώτη θέση το λευκό.
Ώσπου μια μέρα είπα να δω τη ζωή μου αλλιώς. Από την ανάποδη. Αρχίζοντας από τα γραπτά μου. Γύρισα όλα τα χειρόγραφα. Τα λάθη μου ήταν εκεί. Μηδενός εξαιρουμένου. Κάτω από ένα παχύ στρώμα άσπρης μπογιάς. Μπορούσα να τα διαβάσω με σχετική ευκολία. Ένα κακομούτσουνο ε, ένα η που έμοιαζε περισσότερο με υ, ένα δ με τόσο σκυμμένη πλάτη που θεώρησα υποτέλεια να το αφήσω έτσι. Όλα περασμένα με τον ασβέστη των γραμμάτων. Άνοιξα τα τετράδιά μου, τις σημειώσεις μου, τα πάντα. Όλα ίδια. Η ζωή μου απ'την ανάποδη ήταν μια ζωή με λάθη. Η ζωή μου απ'την καλή μια μεγάλη απάτη. Αυτό το στρώμα που απλωνόταν πάνω στα άσχημά μου δεν τα έσβηνε. Τα συγκάλυπτε και είχε κάνει μαζί μου μια συμφωνία σιωπής και λήθης. Πέρασα το χέρι μου από πάνω τους και ένιωσα την τραχειά υφή τους. Τόσα χρόνια ήταν σαν να έσκαβα λακούβες και εν συνεχεία έριχνα λευκό υγρό για να τις κρύψω.
Έφυγα το Σαββατοκύριακο για το πατρικό μου. Η μάνα μου με έβλεπε επί δύο μέρες να ψάχνω σαν σεληνιασμένη τις κούτες από το πατάρι. Όλα σαν τη ζωή μου. Μια μπαλωμένη τραχειά υφή. Μέχρι που το χέρι μου ξεφύλλισε το αναγνωστικό της πρώτης τάξης του δημοτικού. Λέξεις για την καρτέλα. Τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Ούτε μια λακούβα στα παιδικά μου όνειρα. Βρήκα το τετράδιο του ''Σκέφτομαι και Γράφω'', τίποτα. Της αντιγραφής. Το ίδιο. Μόνο ένα πράγμα υπήρχε πάνω τους. Σε όλες τις λέξεις, τα κόματα, τα θαυμαστικά. Η εντιμότητα. Απέναντι στον εαυτό μου και σε εκείνα τα μη ηθελημένα, βιαστικά, άσχημα γράμματά μου. Μη έχοντας εμπιστοσύνη σε μένα έγραφα με μολύβι και έσβηνα με γόμα. Τα πρόσεχα τα λάθη μου. Τα φρόντιζα. Τα αναγνώριζα.....και τα διόρθωνα. Μη αφήνοντας πουθενά πληγές. Ούτε σε μένα, ούτε σε άλλους, ούτε στο χαρτί.
Μικρή είχα περισσότερο μυαλό, μεγάλη....περισσότερη έπαρση. Σήκωνα το λευκό χαλί και έριχνα από κάτω σχέσεις, ανθρώπους, εφηβικά όνειρα, ζωές.........Σκέφτομαι να ξαναγυρίσω στη γόμα και σε εκείνα τα υπέροχα ζωντανά πλασματάκια που το μόνο που ζητούν είναι λίγο ξύσιμο. Θα φροντίζω περισσότερο τα λάθη μου και θα σβήνω με γόμα τις μουτζούρες της ζωής μου. Κι ίσως κάποια μέρα περνώντας το χέρι μου πάνω από τις στιγμές μου, εκπλαγώ για τη συμμετρία τους.

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Η ιστορία ενός κραγιόν


Στέκεται εκεί κάθε μέρα. Το εκεί είναι λίγο ...σχετικό. Μπορεί να είναι πάνω σε ένα κομοδίνο, μέσα σε κάποιο νεσεσέρ, στην εκάστοτε τσάντα που θα κυκλοφορεί μαζί μου. Έχει μια περιπάθεια, ένα νάζι, μια σιγουριά. Ειδικά όταν κοιτάζεται γυμνό από τη μέση και πάνω στον καθρέφτη. Ψηλόλιγνο, άλλοτε αναδυόμενο μέσα από τον μικρό προσωπικό του χώρο και άλλοτε συνεσταλμένο, επιφυλακτικό, κλεισμένο στον εαυτό του. Όταν το αγγίζω χαϊδεύοντας απαλά με τα δάχτυλά μου τη βάση του, μου ''σκάει' ένα λαμπερό χαμόγελο.
Είναι από τα τυχερά. Από εκείνα που δεν έμειναν στο ράφι κάποιου καταστήματος καλλυντικών ως δείγμα για τις κυρίες. Μοιράζεται το κορμί του μόνο μαζί μου. Ξαπλώνει πάνω στα χείλη μου δίνοντας χρώμα στη μέρα μου, λάμψη στη νύχτα μου και γεύση από ροδάκινο στα φιλιά μου. Ε,ναι! Είμαι από αυτές που θέλουν να γεύονται ακόμα και το κραγιόν τους! Περνάει μαζί μου ώρες ολόκληρες και είναι το μόνο που χάνει το χρώμα του πάνω μου. Δέχεται επιθέσεις από παντού. Στο μεσημεριανό break για φαγητό, στις στιγμές που το άγχος και η νευρικότητα με κάνουν να δαγκώνω τα χείλη μου, στις γουλιές από τον καφέ μου, στις τυπικές φιλικές υποχρεώσεις μου. Γαντζώνεται σε πιρούνια, φλυτζάνια, μάγουλα και τότε αντιλαμβάνεται ότι θα είναι μικρή η απόσταση ως την οριστική διαγραφή και ανυπαρξία.
Μοιάζει με εκείνους τους ανθρώπους που λάμπουν μέσα σε μια σχέση και όταν εκείνη διαλυθεί κάνουν απεγνωσμένες προσπάθειες να τη σώσουν. Δε σώζεται καρδιά μου.....Η αξιοπρέπεια κερδίζεται μόνο πηδώντας, όχι κατρακυλώντας. Είτε από σχέσεις, είτε από παράθυρα, είτε από φλυτζάνια. Ενίοτε και από την ίδια τη ζωή.
Το μικρό μου ροζ, κόκκινο κραγιόν. Αφήνει το στίγμα του στα χείλη που θα λατρέψω, τη συναισθηματική αλήθεια μου στους καθρέπτες που θα αγαπήσω, τα απομεινάρια του χρώματός του στο φιλί της καληνύχτας....Κι αν δεν έχει φιλί; Αν δεν υπάρχει κάποιος να το δώσεις; Τότε με κοιτά λυπημένο καθώς κάθεται ανάσκελα πάνω στο χαρτομάντηλο, λίγο πριν το πετάξω στον κάδο και πάω για ύπνο. Και μια μέρα ξυπνάς, ντύνεσαι και ετοιμάζεσαι να δώσεις την τελευταία πινελιά στην κούκλα που στέκεται μπροστά σου. Ακουμπάς τα ακροδάχτυλά σου πάνω στο λατρεμένο φίλο σου, αλλά εκείνος δεν ξυπνά. Κάνεις άλλη μια προσπάθεια. Τίποτα. Βάζεις το κεφάλι σου από πάνω του. Να δεις, να καταλάβεις. Τελείωσε. Απλά, τελείωσε. Τόσο μικρή είναι λοιπόν η ζωή ενός κραγιόν; Τόσο λίγο διαρκούν οι στιγμές μας μαζί του;
Κατεβαίνω στην Ομόνοια, μπαίνω στα Hondos και αγοράζω ένα ίδιο. Νιώθω τη γεύση του πάνω μου. Ροδάκινο. Ίδια σειρά, ίδια μάρκα, όμοιο χρώμα. Μόνο ο σειριακός αριθμός αλλάζει. Τα κραγιόν της ζωής μας. Πεταμένα στα σκουπίδια, χωρίς κορμί. Φροντίσαμε να το γευτούμε πλήρως. Οι άνθρωποι της ζωής μας. Στα συρτάρια μας. Όμοιοι σχεδόν. Μόνο ο σειριακός αριθμός τους αλλάζει. Χωρίς ψυχή. Φροντίσαμε να τους απομυζήσουμε πλήρως......και πάμε για άλλα..


Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Περίγραμμα από φως κι από σκοτάδι


''Σε ξεχώρισα κι είχες γύρω σου περίγραμμα από φως κι από σκοτάδι'' τραγουδάει η Νατάσσα Μποφίλιου σε ένα από τα καινούρια της τραγούδια। Η σκοτεινή και η φωτεινή πλευρά της ζωής μας πόσο εύκολα μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί και από ποιoν; Πόσα αμέτρητα ταξίδια, πόσες διαδρομές πάνω σε σώματα και ψυχές για να ανακαλύψεις τελικά ότι είσαι και τα δύο. sombrio και luminoso. Πόσες λάθος στροφές για να διαπιστώσεις ποια θα σε κρατήσει ακόμα κι αν την πάρεις με χειρόφρενο... Περπατώ για χρόνια σε μονόδρομο προσπαθώντας να δημιουργήσω τα δικά μου σταυροδρόμια. Όταν το καταφέρνω τα καθαρίζω από πέτρες που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ομαλή πορεία μου, κλείνω λασπομένες λακούβες, στρώνω καλύτερα το δρόμο μου για να τα διασχίσω πιο άνετα ή για να με αφήσουν εκείνα να τα διασχίσω; Στο βάθος του μυαλού μου, όμως, ο μονόδρομος με μαστίζει. Είναι η πραγματικότητά μου, η αποδοχή μου, ο αδιαπραγμάτευτος προορισμός μου και η μοναδική αλήθεια μου. Το φως και το σκοτάδι. Η Ιθάκη μου. Τα σταυροδρόμια δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάχα τα ταξίδια μου. Προορισμός και ταξίδι. Έννοιες αλληλένδετες που όμως, κρύβουν μέσα τους την πλάνη. Την πεποίθηση του ''μαζί'', τη συμβατότητα του ενιαίου. Θέλω ο προορισμός μου να γίνει το ταξίδι μου. Για να μη χαθεί η πλάνη. Με ρώτησες πού έχω ταξιδέψει. Σε όλα τα χρώματα της ίριδας. Στο φως και στο σκοτάδι. Στα μέρη που συχνάζουν κλόουν και συνθλίβουν φτερά και σε χαμόγελα που κατοικοεδρεύουν παραδίπλα και τα επιδιορθώνουν. Υπήρξα φως και σκοτάδι. Δειλή και θαρραλέα ταυτόχρονα.
Στέκομαι στο βάζο με τις ζαχαρωτές ανάσες μου. Είναι πολλές και έχουν διάφορα σχήματα. Η ετικέτα απέξω γράφει : ''Μην αγγίζετε''. Δεν τολμώ να πάρω ούτε μια. ΄Ομως κάθε μέρα που περνά οι πνοές μου λιγοστεύουν. Κλέβουν τις ανάσες μου! Έτσι αναγκάζομαι να πάρω μια δική σου. Την έκλεψα ένα βράδυ. Ήθελα να δω πως είναι να ανασαίνεις μέσα από τον άλλον. Το αίσθημα ήταν πρωτόγνωρο. Απίστευτα όμορφο. Συγχώρησα αυτούς που κάθε στιγμή έπαιρναν τις δικές μου. Κατανόησα. Όμως έπρεπε να στη δώσω πίσω. Το έκανα. Δύο φορές. Ήθελα να μου τη χαρίσεις. Ίσως να το είχες κάνει ήδη και να μην το κατάλαβα, ίσως να την έχασα κατά λάθος. Ίσως πάλι να το έκανε σκόπιμα η sombre πλευρά του εαυτού μου. Ανοίγω το βάζο μου και παίρνω μια βαθειά ανάσα για να δεχτώ την αλήθεια. Ότι ο προορισμός δεν μπορεί ποτέ να γίνει ταξίδι. Εκτός και αν........αν αποδεχθούμε τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας. Αν με ξεχωρίσεις κάπου εκεί στα έντεκά σου, σαν μια θολή εικόνα του μέλλοντός σου, να τραγουδώ μαζί με τη γυναίκα που στερήθηκες νωρίς, για την αδυναμία της ανθρώπινης θέλησης μπροστά στη μοίρα.

When I was just a little girl                     
I asked my mother what will I be
Will I be pretty will I be rich
Here's what she said to me

Que Sera Sera
Whatever will be will be
The future's not ours to see
Que Sera Sera
What will be will be

When I grew up and fell in love
I asked my sweetheart what lies ahead
Will we have rainbows day after day
Here's what my sweetheart said

Que Sera Sera
Whatever will be will be
The future's not ours to see
Que Sera Sera
What will be will be



Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Συλλέκτης αναμνήσεων


 Ξύπνησα σε ένα δωμάτιο όπου δεν υπήρχε φως. Ή μάλλον υπήρχε, αλλά όχι όπως το ορίζω εγώ. Μια λάμπα φώτισε την πρώτη μου στιγμή. Όπως και των περισσότερων φαντάζομαι.
Ποιος θυμάται την πρώτη του στιγμή; Σχήμα οξύμορο. Ανάμνηση και στιγμή. Η πρώτη σαν όνειρο, η δεύτερη σαν ουτοπία. Έννοιες αλληλένδετες. Χωρίς τη μια δεν μπορεί να υπάρξει η άλλη. Πολλές φορές μεταμφιέζονται. Τις ντύνει η ανάγκη μας για περισσότερο φως, για μια σημαίνουσα ζωή.
Πάντα οι στιγμές προηγούνται και υπερτερούν των αναμνήσεων. Στην παιδική μου ηλικία τις απολάμβανα, στην εφηβική τις δημιουργούσα, στην ενήλικη τις κυνηγούσα....μέχρι τα τριάντα. Μετά εκείνες έχασαν τη λάμψη τους, τη σημασία τους μέσα στο μυαλό μου. Ίσως επειδή η απόλαυση κρατούσε λίγο, η δημιουργία πολύ και το κυνήγι αβάσταχτα. Το πρώτο μου παιχνίδι, ο πρώτος μου έρωτας, το ωραιότερο καλοκαίρι μου, το πρώτο βράδυ που μέθυσα, η καλύτερή μου φίλη, το ομορφότερο ταξίδι μου, η αίσθηση απο το πρώτο φιλί, η παρέα των εφηβικών μου χρόνων, τα δυνατότερα συναισθήματά μου. Όλα ήταν στιγμές.... που δεν κατάφερα να κρατήσω, γιατί ανάμεσα σε μένα κι αυτές εισέβαλε ο χρόνος.
Πολλές φορές με ξεγελούσε, δίνοντας παράταση σε όσα ζούσα.... κάνοντάς με να νομίζω ότι θα κρατούσαν για πάντα. Μερικές φορές τον ξεγελούσα κι εγώ.... και κρατούσα ανθρώπους, συναισθήματα και καταστάσεις περισσότερο από όσο υπολόγιζε. Πρέπει να ομολογήσω κάτι, όμως. Δεν τον νίκησα ποτέ. Δεν κατάφερα ποτέ να φυλακίσω τις στιγμές μου. Για το παρελθόν μου υπήρξε πάντα εχθρός, για το μέλλον μου γελωτοποιός. Μου κλείνει συνεχώς το μάτι και με καλεί με ένα νεύμα του χεριού του στην πλάνη. Σε αυτή την καλοντυμένη ελπίδα που με περιπαίζει.
Έτσι κι εγώ αποφάσισα να αφεθώ στη λογική, στη συνήθεια του μυαλού να δημιουργεί αναμνήσεις. Είναι το μοναδικό μου όπλο απέναντι στην αδυναμία μου να κρατώ τις στιγμές μου. Συλλέκτης αναμνήσεων, λοιπόν. Εξάλλου τί άλλο θα μπορούσε να είναι μια πεπερασμένη στιγμή από μια ταριχευμένη ανάμνηση; Όλες μου οι αισθήσεις θα συνδράμουν σε αυτό. Η όσφρηση, η ακοή, η αφή, η όραση....Η μυρωδιά καλοκαιρινού παγωτού, το αγαπημένο του άρωμα, ο ήχος της βροχής τη νύχτα – πιο έντονος, πιο ομιλητικός -.... μια ξεχασμένη μελωδία, ένα άγγιγμα, μια εικόνα που φέρνει στα μάτια δάκρυα.
Στο χρονοντούλαπο των στιγμών μου έχω κολλήσει απ'έξω ένα κίτρινο χαρτί. Γράφει: ''Αναμνήσεις''. Το χρώμα του επίτηδες διαλεγμένο. Να δίνει σημαίνουσα, ωχρή έννοια στα χρόνια που περνούν. Το έχω τοποθετήσει στο βάθος του μυαλού μου. Πρώτη πόρτα δεξιά. Μπαίνοντας τις βλέπεις όλες στοιβαγμένες. Όσο περνά ο καιρός, τόσο στριμώχνονται. Θα αρχίσω να δημιουργώ επιλεκτική μνήμη για να δημιουργήσω νέους χώρους. Όπως αρκετοί απο εσάς. Έτσι θα ξεχάσω πολλά, θα παραποιήσω περισσότερα και θα διασώσω με μεγάλο τίμημα την υπόληψη ενός ανθρώπου που θέλησε να φυλακίσει τις στιγμές του.
Τίμημα είπα; Γράψτε λάθος. Γιατί.....οι στιγμές είναι οι μεγαλύτερες πουτάνες. Δεν σου κάθονται ούτε επί πληρωμεί.

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit